Advertisements
Breaking Newz:

Μια δραματική ιστορία χωρίς κανένα νόημα

Ξεκίνησε ως μια απλή ενόχληση, στην οποία δεν έδωσα ιδιαίτερη σημασία, προτιμώντας- όπως πάντα- να υιοθετήσω την πιο βολική για την ψυχική μου ισορροπία, ερμηνεία του συμπτώματος. Όσο η ενόχληση εξελισσόταν βαθμιαία σε πόνο, τα σενάρια που έπλαθα στο μυαλό μου γίνονταν ολοένα και πιο δυσοίωνα, με αποκορύφωμα το τελικό μου συμπέρασμα πως έχω καρκίνο παντού. Ήταν ξεκάθαρο, δεν είχα πια πολύ χρόνο στη διάθεσή μου.

Πεπεισμένος πως δεν μου απομένουν πολλές επιλογές, αποφάσισα πως δεν θα ήταν καθόλου κομψό να με βρουν λιωμένο στο παρκέ μου, με την ασθένεια να γελάει χαιρέκακα πάνω απ’ τα απομεινάρια μου, λίγο πριν διεισδύσει στο κορμί του επόμενου θύματός της. Θα πήγαινα στο νοσοκομείο, λοιπόν, για να ζήσω το δράμα μου σε όλο του το εύρος, όπως ακριβώς έκαναν η Αλίκη Βουγιουκλάκη και η Μελίνα Μερκούρη. Αν ήταν να νικήσει η αρρώστια στην ουσία, ας νικούσα εγώ στο επικοινωνιακό κομμάτι.

Συντετριμμένος από το άδικο παιχνίδι που μου έπαιξε η μοίρα, αλλά αποφασισμένος να διασφαλίσω την μυθική λαμπρότητα της υστεροφημίας μου, μάζεψα μερικά πράγματα βιαστικά, και, σαν μια γνήσια ντίβα, φώναξα τους γονείς μου, για να με πάνε στο νοσοκομείο. Εντάξει, δεν είχα μπάτζετ για κάτι πιο μεγαλεπήβολο, αλλά σκέφτηκα ότι αυτό το κομμάτι της αφήγησης πιθανότατα θα παραλειφθεί από τα χιλιάδες ρεπορτάζ που θα επιχειρήσουν να περιγράψουν την αίγλη των τελευταίων μου προσπαθειών για να κρατηθώ στη ζωή, λίγο μετά την τελευταία μου εκπνοή.

Οι γονείς μου δεν άργησαν να φτάσουν στην ανείπωτης χλιδής γειτονιά μου, στα Άνω Πατήσια, αλλά το γεγονός πως ήρθαν να με πάρουν με το παλιό τους αυτοκίνητο, που συναγωνίζεται σε τεχνολογική αρτιότητα και σχεδιαστική πρωτοπορία τη νεκροφόρα που μετέφερε τον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο Σεραφείμ, μου προκάλεσε αμφιθυμικούς συνειρμούς. Ναι, ήθελα το μυσταγωγικό στοιχείο του ιερατικού συμβολισμού, αλλά τα πεπαλαιωμένα καθίσματα και τα ψίχουλα της προπέρσινης τυρόπιτάς μου πάνω σε αυτά δεν βοηθούσαν το στυλιστικό μου όραμα.

Εν πάση περιπτώσει, έκρυψα τη δυσαρέσκειά μου εντέχνως και κινητοποίησα τους δακρυγόνους αδένες μου άμεσα, ώστε να αποκτήσουν τα μάτια μου κατευθείαν το εφέ ΔΑΚΡΥΣΜΕΝΟ_ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ. Το πείραμα πέτυχε. Η μαμά μου με κοίταξε από τη θέση του συνοδηγού έτσι όπως θα κοίταγε μόνο έναν μελλοθάνατο, που, παρεμπιπτόντως, έτυχε να χτίσει δέκα ορφανοτροφεία και είκοσι ογκολογικά νοσοκομεία, κατά τη διάρκεια της ζωής του. Οι γονείς, ωστόσο, είναι εύκολος συγκινησιακός στόχος. Εγώ στόχευα πιο ψηλά. Σε όλο το πανελλήνιο, αν θέλετε.

Η ατμόσφαιρα στο αυτοκίνητο ήταν πένθιμη, ή μάλλον, έτσι ήθελα να πιστεύω. Το κοντέρ έμοιαζε να απεικονίζει την αμείλικτη παρέλαση των λεπτών από την πεπερασμένη χρονική μου κλίμακα, ενώ η παρωχημένη αισθητική του οχήματος με βύθιζε προκαταβολικά στην λήθη και τη μίζερη αδράνεια του επικείμενου θανάτου μου. Το βασίλειο των νεκρών με καλούσε, χρησιμοποιώντας κάθε μέσο για να κάνει αισθητή την επίδρασή του στο ακρότατο περιθώριο της γης των ζωντανών. Σχεδόν ένιωθα τον Ανδρέα Παπανδρέου να μου κάνει σινιάλο, για να βγω από το αεροσκάφος των κολασμένων και να χαιρετίσω τα νεκρά πλήθη.

Φτάνουμε έξω από τα επείγοντα, αλλά η δραματική είσοδος που ήθελα να κάνω- τρεκλίζοντας και υποβασταζόμενος- επισκιάστηκε από την μαζική συρροή άλλων ασθενών, οι οποίοι, απ’ ό, τι φάνηκε, ήταν πιο άρρωστοι από μένα. Το θράσος μερικών πραγματικά δεν έχει όρια. Εκεί ήταν πια που αγανάκτησα και καταράστηκα τη μοίρα μου, που δεν μου επέτρεψε ούτε έναν μεγαλόπρεπο θάνατο να βιώσω, χωρίς ισχυρό ανταγωνισμό. Δεν θα άφηνα όμως μερικά τροχαία ατυχήματα και κάποιες δολοφονικές απόπειρες να σταθούν ανάμεσα σε μένα και την τελευταία μεγάλη μου παράσταση.

Συγκέντρωσα όσες δυνάμεις μου απέμεναν και κατευθύνθηκα στο γκισέ που εξέδιδε τα χαρτάκια προτεραιότητας. Στην άλλη του πλευρά καθόταν μια κακόμοιρη κυρία που έμοιαζε με ηλικιωμένο καρότο σε κρίσιμο στάδιο ορμονοθεραπείας. Kάρφωσε κατευθείαν το βλέμμα της στο βαθιά πονεμένο μου μούτρο, σα να ‘χε καταλάβει ότι διέτρεχα θανάσιμο κίνδυνο. Άφησα έναν λυγμό να βγει μοιραία από τα φιλήδονα χείλη μου, και ψέλλισα μια σειρά από ακατάληπτες, παρακλητικές κουβέντες, όπως κάνει και ο Χριστόφορος Παπακαλιάτης, όταν βρίσκεται σε συναισθηματικό παροξυσμό στις σειρές που πρωταγωνιστεί- δηλαδή σε όλες όσες παίζει. Η αναμονή δεν κράτησε για πολύ. Το όνομά μου ακούστηκε μετά από λίγη ώρα από τον κεντρικό θάλαμο, προς τον οποίο και προχώρησα αποφασιστικά, εγκαταλείποντας τη μίζερη αίθουσα αναμονής.

Ένας γιατρός με γένια και άπειρο βλέμμα με υποδέχτηκε γλυκά και συγκαταβατικά, αλλά εννοείται πως τον προσπέρασα. Δεν υπήρχε χρόνος για αβροφροσύνες. Κατευθύνθηκα στο πλησιέστερο κρεβάτι, ξάπλωσα αυτόματα, σαν πυροβολημένο ελάφι, και πέταξα το παντελόνι και το βρακί μου στο πάτωμα. Δεν μπήκα καν στον κόπο να κλείσω την κουρτίνα του παραπετάσματος- ας γίνονταν όλοι μάρτυρες της συγκινητικής προσπάθειας των άλκιμων μελών μου να συγκρατήσουν το σώμα απ’ την βουτιά του στον αγύριστο γκρεμό του θανάτου. Ο γιατρός πλησίασε και άρχισε να με εξετάζει με γυμνά χέρια. Αισθάνθηκα την αρχή του τέλους να με κυκλώνει φετιχιστικά και αβασάνιστα.

Στην πορεία, ήρθαν κι άλλοι γιατροί. Ο καθένας είχε κάτι να πει. Άκουσα τρελές υποθέσεις, σκέψεις για χειρουργεία και περίπλοκες εξετάσεις, διιστάμενες απόψεις. Όλα αυτά μου έδωσαν μια άγρια ικανοποίηση, μπορεί να πέθαινα, αλλά δεν θα έφευγα τόσο εύκολα και συμβατικά. Ένα νέο ιστορικό κεφάλαιο θα γραφόταν πάνω σ’ αυτή τη συγκυρία- η θυσία μου δεν θα πήγαινε στον βρόντο τελικά. Ακολούθησαν κάποιες εξετάσεις. Κατούρησα σε φιλόξενους ουροσυλλέκτες, κατέβασα πρόθυμα τα βρακιά μου για αρκετούς υπερήχους και σταδιακά εξοικειώθηκα ανησυχητικά πολύ με τα ξένα χέρια που χάιδευαν τα ιδιαίτερα σημεία μου με επιστημονική, πλην όμως, λάγνα ανησυχία.

Σε κάποια φάση, ένας σοβαρός γιατρός μου ζήτησε να τον ακολουθήσω, και απ’ την αυστηρότητα του τόνου του, συμπέρανα πως με οδηγούσε στο σημαντικότερο στάδιο της περιπέτειάς μου, ενδεχομένως στην ίδια μου την ευθανασία. “Ποιος ξέρει πόσο σπάνια είναι η πάθησή μου και πόσο έντονα ζητήματα βιοηθικής κατάφερε να εγείρει στην επιστημονική κοινότητα”, σκέφτηκα. Αφού διασχίσαμε αρκετούς διαδρόμους, που στο μυαλό μου φάνηκαν σαν προσομοίωση των πολυδαίδαλων σηράγγων προς τον Άδη, καταλήξαμε σε ένα μικρό γραφείο, όπου βρισκόταν κι ένας ακόμη γιατρός. Μου ζήτησαν να περιμένω για λίγο έξω. Αναρωτήθηκα τι μπορεί να σημαίνει αυτή η καθυστέρηση. Κάποια προετοιμασία ίσως; Μπορεί ο ένας να μου φόραγε την κουκούλα και ο άλλος να με αποκεφάλιζε. Μπορεί να μου ζητούσαν να παραχωρήσω το σώμα μου στην επιστήμη. Ναι, αυτό το τελευταίο θα ήταν μάλλον. Ο ουρανίσκος μου παραείναι υποδειγματικός για να σαπίσει προτού κατακτήσει την πρώτη θέση στο hot 100 του billboard, αλλά και σε κάθε άλλο δημοφιλές chart. Οι σκέψεις μου διακόπηκαν απότομα από τον κρότο της πόρτας που άνοιξε διάπλατα. Ο γιατρός εμφανίστηκε ξανά, πιο casual απ’ ό, τι τον περίμενα. Μου έδωσε ένα τσαλακωμένο χαρτί, προσθέτοντας “ Ένα χαπάκι την ημέρα, για δεκαέξι μέρες”. Μου έκλεισε την πόρτα στα μούτρα.

Τελικά, έζησα, κόντρα σε κάθε υπολογισμό μου. Ευκαιρία να οργανώσω τον θάνατό μου με μεγαλύτερη προσοχή.

Advertisements

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: